Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οπτασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οπτασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Κάου Πάγωσα

Αρχίζοντας απ' το τέλος,
σου λέω ευχαριστώ ευεργέτη μου.
Γιατί μέσα από σένα έμαθα να ζω.

Αν δεν ήσουν εσύ,
με ποιον θα έτρωγα τυρόπιτες στην Πραξιτέλους
και πώς θα μάθαινα το δρόμο Εξάρχεια-Ομόνοια μοναχή;
Ποιος θα ανέβαινε τόσο σκαλιά
τραβώντας ένα δεκαεπτάχρονο απ' το χέρι,
μονάχα για να δουν τον ήλιο να πέφτει˙
μαζί;
Και πότε,
πότε θα προλάβαινα να παίξω πριν με πάρουν τα χρόνια
αν δε μου έδειχνες πως η ζωή είναι μια ατέρμονη γιορτή;

Πλάι σου, έμαθα να γελάω δυνατά δίχως να με νοιάζει αν κοιτούν ένας ή ογδόντα οκτώ.
Μου έμαθες να γοητεύω τους ανθρώπους με ένα "εγώ" που δεν είναι ακρίβώς εγώ,
όμως παράγωγό του.
Και κρυφακούοντας σε, έμαθα για τα δέρματα πολλών˙
μα κατά βαση Βρεττανών.
Τέλος, για χάρη σου, έμαθα το διαφορετικό να μη φοβάμαι˙
άνοιξα τα χέρια μου και το αγκάλιασα.

Τώρα μαζί σου,
θα αποκτήσω φανταστικά παιδιά.
Σε εκείνη τη χώρα που τ' όνομά της κράμα
από καμιά εκατοστή τραγούδια
που η σημαία της έχει χίλια χρώματα˙
όσα περισσότερα μπόρεσα να βρω.

Σε ακολούθησα ως εκεί που τελειώνει το πολύχρωμο τόξο˙
σ' ακολούθησα και βρήκα σε σένα, ένα πυθάρι γεμάτο με χρυσό.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

The way black is black

Τον έβλεπα να περπατά.
Περπάταγε και παραμιλούσε.
Πιο όμορφος από κάθε άλλη φορά.
Λες και το Χριστουγεννιάτικο αστέρι
χάρισε το φως του στα ξανθιά μαλλιά εκείνου
κι ύστερα έσβησε.
Λες κι ο πρωινός ουρανός έδωσε τη θέση του στη νύχτα
για να 'χουν τα μάτια εκείνου αρκετό γαλάζιο να λάμπουν.

Μόνος του 31 Δέκεμβρη˙
λυπηρό ακούγεται μα δεν είναι
γιατί εκείνος επιλέγει τη μοναξιά
παρά το χάος που φέρνουν οι βασιλόπιτες, οι γεμιστές γαλοπούλες, τα χοιρινά στο φούρνο, οι μπουγάτσες˙
παρά τη βαρούβα που προκαλούν οι καλοδιάθετοι συγγενείς με τις θερμές ευχές και οι κοντινοί φίλοι με τη λυσσαλέα όρεξη για clubbing πρωτοχρονιάτικο.

Εκείνος διαλέγει μια βόλτα στο λιμάνι.
Διαλέγει μια ανάμνηση
και επιλέγει να περάσει το υπόλοιπο της βραδιάς μαζί της.
Μαζί της εννοώ μαζί με 'κείνη˙
εκείνη την κοπέλα που μοιάζει να 'ναι ολόκληρος ο ουρανός
και η απεραντοσύνη της ξεπερνά του σύμπαντος.
Αφού τα αστέρια του ουρανού θυμίζουν τ' άστρα στο λαιμό της.
Ξέρει πως αν κάνει Πρωτοχρονιά στην αγκαλιά της,
όλος ο χρόνος θα κυλήσει έτσι˙
στην αγκαλιά της.
Η γιαγιά του του το 'μαθε όταν ήταν αγόρι ακόμα.
Αγαπούσε τη γιαγιά του και πιστεύει ακόμα τα λόγια της.

Τόσο όμορφος ήταν που ξέχασα κι εγώ να φύγω.
Ξεχάστηκα σε μια γωνιά να τον παρατηρώ.
Μες τα μαύρα μου ρούχα, το μαύρο παλτό, τα μαύρα παπούτσια.
Τα μαύρα μαλλιά μου, τα μαύρα μου μάτια.
Κρύφτηκα στο σκοτάδι.
Άφησα τον ουρανό να τον αγκαλιάσει
γνωρίζοντας πως
ο ουρανός του είμαι εγώ.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

μάλλον σε δυσκολεύουν τα προφανή

όλη νύχτα σε ερωτευόμουν
κάθε λεπτό κι άλλο
κι άλλο
κ ι   ά λ λ ο
ώσπου η νύχτα έγινε πρωί
κι εγώ έμαθα να σ' ερωτεύομαι στο φως της μέρας

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

0.facebook.com

όπως είναι τα οστά, όπως είναι ο ιστός, όπως είναι ο αέρας

Οσία η μάνα σου
για να γεννήσει ένα παιδί στα σκοτεινά
Ιούνη μήνα,
για να πονέσει και να χάσει τη ψυχή της
για μια κόρη
που ύστερα μίσησε σφοδρά.
Μίσησε, ζήλεψε και φθόνησε αρρωστημένα
μέχρι να σβήσει εντελώς.
Έβλεπε πάνω σου μία κλεμμένη ομορφιά,
νιάτα που βούτηξες αυθαίρετα απ' την μήτρα
κι έσυρες έξω με τον τοκετό,
αφήνοντας το σώμα της σχεδόν νεκρό.
Κατειλημμένο από γηρατειά που 'φτάσαν πρόωρα
και πότισαν το δέρμα της με ρυτίδες κα ζάρες,
έκαναν το μυαλό της αδρανές κι ανίκανο,
της χάρισαν νέα οστά που σφάδαζαν στους πόνους
και μάτια που αδειάσαν από χρώμα.
Τώρα δε βλέπουν παρά μαύρο
αλλά κι εσένα πού και πού.
Δε νιώθει τίποτα
αλλά γνωρίζει να σε νιώθει απειλή.
Τώρα πια περπατάει με τα χέρια
κι έπαψε να ακούει οτιδήποτε.
Μα άθελά της τραγουδά
ένα νανούρισμα που ξέμεινε στα χείλη της μια νύχτα,
μια νύχτα που πρώτα δόντια σ' έκαναν να κλαις.
Το ψιθυρίζει να πονά όταν λείπεις
και δεν έχει παγωνιά να νιώσει απ' αλλού
πέρα από την ηχώ των άσπρων τοίχων.
Οσία η μάνα σου
που σ' αγαπά ακόμη κι αν τη σκότωσες.
Φύσει αντιδραστική και ασυμβίβαστη.
Δίχως λόγο.
Αξιαγάπητη.
Δίχως λόγο.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

I kissed a drunk girl

Πίσω απ' τον καπνό κοιτούσε
με πρόσωπο αγοριού
και ύφος θηλυπρεπώς σεμνό.
Ευθεία μπροστά
μια συνουσία
παθιασμένη, εφηβική.
Από 'κεινες που γεννά το αλκοόλ
και το ξέφρενο πανκ στα πικ απ
κι ύστερα ξεχύνεται στους διαδρόμους
και τα κλειδωμένα δωμάτια.
Αυτή ωραία΄
αντικειμενικά ωραία.
Αυτός ένας τυχαίος
μα κατάλληλος για ένα πάρτυ
και μια μεθυσμένη κοπέλα.
Κι εκείνος πίσω
ξεχασμένος.
Να διαβάζει τα γράμματα
μιας πάλαι ποτέ αγάπης΄
απ' τη μεριά της.
Γιατί όσον αφορά εκείνον,
πάντα θα την αγαπούσε.
Ακόμη κι αν χρειαζόταν
να την αγαπά κρυφά και σιωπηλά,
σαν τυχοδιώκτης.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Golden Tears

Εύκολο δεν είναι να μη σηκώνεις το κεφάλι για να δεις ουρανό;
Εύκολο να 'μαστε μαζί,
μα εύκολο και χώρια.

Εμείς είμαστε πάντοτε και μαζί και χώρια
σε ποσοστά.
Συμπληρωματικές καταστάσεις
που έρχονται και δημιουργούν το εκατό τοις εκατό.

Τώρα που είμαι στο νησί
κι εσύ με μπάντα και μπαγκέτες στη σκηνή
υπερισχύει το χώρια.
Μα όταν επιστρέψω λες ν' αλλάξει τίποτε;
Μόνο σε σημεία ξέρουμε να υπάρχουμε μαζί
κάτι παγκάκια, κάτι πεζούλια, κάτι κρεβάτια με τάβλι.

Κι έτσι μισώ που χάνω μια Κυριακή
και βλασφημώ για τις ντροπές μου
που με κρατούν πάντα πίσω.
Πίσω σου.

Όνειρο είσαι
κι αέρας ψυχρός που ήρθε άξαφνα,
με έκανε να παγώσω
κι ύστερα μόνιμα να χαμογελώ σε κάθε βαρδάρη,
σε μία σκέψη παιχνιδιάρα.
Με ένα συναίσθημα κάθε άλλο παρά γνώριμο
μου χάραξε τον καρπό
για να μη λησμονώ ποτέ το κρύο και την παγωνιά.

Αφού λοιπόν μου έμαθες την πρωτεύουσα,
εγώ θα σου μάθω κάτι ασήμαντο και απλό.
Πώς περπατάς με τα χέρια
στον ουρανό
χωρίς να πέσεις άγαρμπα
στη γη.

Να θυμάσαι
δεν είμαστε έκπτωτοι,
μονάχα η ελίτ μια ξεχασμένης εποχής
δόξας και διαφορετικότητας.


*Don't say a word just come over and lay here with me
cause I'm just about to set fire to everything I see
I miss you so much I'm going back on the things I believe
There I just said it
"I know you forgot about me"

**Μ' αρέσεις όταν κλαις
γιατί τότε πλησιάζεις

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

'cause I love dougie from mcfly

Περπάτα
λίγο ακόμα κι η γη χάνεται
κάτω από το χώμα ανοίγεται το άγνωστο
σαν νέο σώμα ζητώντας εξερεύνηση
Κοίτα
μην τύχει και χάσεις μιαν εικόνα
που ίσως βοηθήσει να τελειώσεις τη διαδρομή
Φυλάξου
από τους πειρασμούς
να μην παραστρατίσεις
το τέλος είναι ο γκρεμός
μη μπερδευτείς και πάλι πίσω σαν αλήτης να γυρίσεις
Κλείσε τα αυτιά σου
να μην ακούσεις το περίτεχνο τραγούδι
κι αλλάξεις μονοπάτι
γιατί να σε μαγέψουν θέλουν τα φρικιά
Πρόσεχε
σε περιμένουνε βροχές
μα μη φοβάσαι
σε περιμένω κι εγώ

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

. . . . what can I do to be with you . . . .

Κοιτώντας πίσω βλέπω το χθες σαν να 'ταν σήμερα
και τις φωτογραφίες σαν εικόνες που πριν λίγο πάρθηκαν
σε ένα στενό ερειπωμένο
που εσύ κι εγώ του δίνουμε ζωή
καθώς η ανάσα μας γεμίζει το κενό του
Αισθάνομαι την αφή
που ανέκαθεν γνώριζα
λες κι ήσουνα δικός μου σύντροφος σ' άλλη ζωή
Κι έπειτα είναι η φωνή
εκείνη που με παρασύρει και με παροτρύνει
δίνοντας μου αφορμή για όνειρα

Θα 'ρθω θα δεις
Εσύ μου έμαθες να κυνηγώ και τώρα πίσω δε μένω
ποτέ



*Σου χρωστάω πολλά η αλήθεια είναι
  σου χρωστάω εμένα

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Περνώ τις γειτονιές μάσκα φορώντας
και οι περαστικοί περίεργα κοιτώντας
φωνάζουνε "Χρυσάνθη"
Γυρνώ και τους κοιτώ εκνευρισμένη
αχ πόσο λάθος μπορεί να 'ναι οι καημένοι
για να μπερδεύουνε τον έρωτα με μένα
Κι αφού καλά με αντικρίσουν
λεν συγγνώμη
μα κάτι υπήρχε στη φωνή σου
κι έπειτα φεύγουνε μακριά μου
όμως εγώ άχνα δεν έβγαλα, μήτε ακούστηκ' η  μιλιά μου
Και συνεχίζω να βαδίζω ακόμα πιο αφοσιωμένα
ενώ τα μάτια των τριγύρω νιώθω επάνω στο κορμί μου καρφωμένα
Ένα παιδί στέκει μπροστά
στέκει κι ευθύς με σταματά
τα χέρια του ανοίγει λες και γυρεύει μια αγκαλιά
στ' αυτί μου γέρνει καθώς μου ψιθυρίζει στα κλεφτά
"Εσύ είσ' εκείνη από τότε
κι ας μην το ξέρεις
αρκεί που την εικόνα της καρδιάς της 
στο νου σου κάθε βράδυ δε λησμονείς να φέρεις.."

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Ένα αστέρι με κοίταζε επίμονα μια νύχτα,
καθώς στην άμμο έψαχνα τα χνάρια μιας αλλοτινής αγάπης
Με κοίταζε γλυκά και απορούσε
ποιο να είναι το νόημα τούτης της παράλογης μου πράξης.
Και σαν να μάντεψα τη σκέψη του,
φώναξα τ' όνομα σου.
Δεν είναι όνειρο, του είπα,
μήτε νεφέλη,
μήτε ίσκιος.
Είναι το ουράνιο μου ταίρι
κι όσο κι αν ψάχνω δεν το βρίσκω.
Μα έχω αναμνήσεις απ' αυτή
και την αιθέρια μορφή της.
Και κάθε βράδυ ξαγρυπνώ,
μήπως ακούσω πάλι της φωνής της το νανούρισμα
και αποκοιμηθώ.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Μην κλαις

Βάδιζα νύχτα
 ανάμεσα σε πέτρες και κοχύλια
Τα κύματα συντρόφευαν τη σκέψη μου
 και το κορμί μου οι ελιγμοί του αέρα
Από παντού ανάβλυζε το άρωμα της άλμης,
 η άμμος σκορπιζότανε τριγύρω
 χρυσή σκόνη
Μέσα στο μπλε
 ατροφούσαν τ' άλλα χρώματα
Εγώ παρέα με τ' όνειρο
 μοχθούσα για να πιω
 κάθε σταγόνα-εικόνα
 απ' το όμορφο ακρογυάλι
Κανείς να ανταγωνιστώ
Μονάχη ερωτευόμουνα
 το χάρτινο ουρανό
Κι αυτή τη θάλασσα
 που μυστικά μου μαρτυρούσε
 του κόσμου ολόκληρου
Για ναυτικούς μ' ηλιοκαμένα πρόσωπα
 για εραστές με μέγα πάθος
 για σένα που περνάς παραμιλώντας
 τα λόγια των τρελών....

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Χι

     
                Καθόμουν και ζωγράφιζα αυτό το γαλήνιο τοπίο.
                Νόμιζα πως ήμουν μόνος στην ακτή αλλά γελάστηκα.
                Κάποια στιγμή είδα να βγαίνει μεσ' απ' τα κύματα η Οπτασία.
                Τόσο νωχελικά που έλεγες  ο χρόνος άρχισε να κυλά πιο αργά αφότου φάνηκε.
                Άξαφνα συνειδητοποίησα πως ερχόταν προς το μέρος μου.
                Μα τι να γύρευε ένα πλάσμα σαν εκείνη από ένα θνητό;
                Σάμπως υπήρχε τίποτε που μπορούσα να της προσφέρω;
                Με κοίταζε στα μάτια σαν να ήξερε,
                κι όσο πλησίαζε η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά.
                Έφτασε στο μέρος που βρισκόμουν.
                Μου έπιασε το χέρι κι αμέσως σηκώθηκα.
                 -θες από φόβο, θες από δέος-
                Συνέχιζε να με κοιτά επίμονα
                Λες και τα μάτια μου είχαν κάτι που μπορούσε να διαβάσει.
                Έβαλε και τ' άλλο της χέρι πάνω απ' τ δικό μου,
                σαν να ήθελε να σιγουρευτεί πως δε θα φύγω.
                Και τότε είδα τη λάμψη.
                Ένα κίτρινο φως βγηκ' απ' τα χέρια της και μπήκε στο δικό μου.
                Είχε ένα σχήμα, κάτι περίεργο, ένα σύμβολο μαγείας μάλλον.
                Όμως εγώ, ο μικρός, έβλεπα μονάχα ένα γράμμα.
                Μου έμοιαζε σαν ένα κίτρινο, φωτεινό, μεγαλειώδες χι.
                Με ξανακοίταξε καθώς άφηνε τα χέρια της να γλιστρήσουν μακριά απ' το δικό μου.
                Χωρίς να κινηθούν τα χείλη της, άκουσα τη φωνή της.
                Κι ένα γλυκό τραγούδι ήρθε στ' αυτιά μου που έλεγε:
                " Σε ξέρω και ξέρω.. "
                Κι ύστερα έφυγε.
                Μα εγώ είχα για πάντα το σημάδι της.
                Μα πώς με ήξερε και πώς ήξερε;
                Πως κάθε μέρα ήμουν εγώ που πήγαινα εκεί και περίμενα.
                Πως χρόνια τώρα είχα ερωτευθεί την Οπτασία.