Τρίτη 7 Απριλίου 2020

διαμέρισμα δευτέρου ορόφου

εκείνη δουλεύει το υλικό για το βίντεο
ο νικητής του διαγωνισμού κερδίζει δύο χιλιάδες ευρώ
μουντζουρώνει χαρτιά όλη μέρα χωρίς να μπορεί να αποφασίσει τι θα κρατήσει
έχει να φορέσει σουτιέν περίπου μια βδομάδα και νιώθω παράξενα ελεύθερη
θέλει να πάει Γρανάδα να δει την κοπέλα της το καλοκαίρι
και να πιει πολύ
τόσο που να ξεπλύνει αυτό το απαίσιο γκρι της καραντίνας από μέσα της

εκείνος φυτεύει μανιωδώς τον κήπο του
στα κενά του working from home
με τσουγκράνες και γαλότσες και όλα τα απαραίτητα κηπευτικά
χωρίς μπλούζα και πιο άσπρος από ποτέ
προχθές έπεισε όλους τους συγκατοίκους του να κάνουν μπάρμπεκιου στον κήπο
και μιλούσε ατελείωτα για τα φυτά του
για τα σχέδια του
με ένα πλατύ χαμόγελο
και εκατέρωθεν κόκκινα ντροπαλά μάγουλα

μεταξύ εκείνης κι εκείνου
θα διαλέξω την κεραμιδόγατα
ή την πονηρή αλεπού που βλέπω μόνο νωρίς το πρωί πριν εξαφανιστεί για ώρες ατελείωτες

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

δείπνο ονείρου

αναβόσβησες τα φώτα
όπως τότε
όπως πάντα

πέρασα από κάτω κι ήταν 4μμ
μόλις ξύπνησες
εγώ περπατούσα με εκείνη που χαμογελά πλατιά 

ύστερα κάπως ξαφνικά
βρεθήκαμε στο προαύλιο ενός λυκείου ίσως
ή ρωμαϊκού κολοσσαίου
ήμασταν πολλοί 
κι ήταν αποπνικτικά 
ήθελα να πάρω φόρα
να βρεθώ κάτω
το αίμα μου να γίνει ένα με τις πέτρες και το χώμα

πιο αργά το ίδιο βράδυ
μάζεψες 
ή μάλλον μάζεψε εκείνη που αποκαλείς λόβερ
δεκάδες κόσμο σπίτι σου
σπίτι σας πια
μαζί και τους φίλους μου
μου πήρες τη Μάρια και την Εβίτα
η Μαριάνθη με προσπέρασε χωρίς να μου πει ούτε γεια
ακόμα και η Τάμζιν ήταν εκεί, που τώρα μιλάει σε εσένα αλλά όχι σε εμένα πια
λογικό 
η Ελένη με κοίταξε φευγαλέα και ανέβηκε τα σκαλιά

ήρθα σπίτι και έμεινα εδώ
να ψήνομαι στον πυρετό
να ξυπνώ χαράματα μούσκεμα
να κολυμπώ σε λίμνες ιδρώτα και αγανάκτησης
να παρακαλώ το θεό να πεθάνω
κι έπειτα μανιακά να αλλάζω γνώμη και να παρακαλώ για ζωή

ξέρεις πάντα ήθελα εκείνο το χακί σου αμάνικο 
ή να είμαστε λ ό β ε ρ ς

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

όταν αμφιβάλεις αν ο εαυτός σου ήταν πάντα δικός σου ή... εκείνης

κατέβηκα το δρόμο
ξέχασα
αν περπατούσα χοροπηδηχτά εξ' αρχής
ή...

μια κονκάρδα στο πέτο
μια κονκάρδα στην τσάντα
δικό μου χούι από ανέκαθεν
ή...

φόρεσα χρωματιστές κάλτσες
άρχισα να κοιτάω επίμονα τα πόδια μου
ήταν από πριν εκεί
ή...

έφτιαξα μαύρο γαλλικό
χωρίς να πιω γουλιά
για ώρες κοιτούσα την κούπα
έπινα πάντα έτσι τον καφέ
ή...

είδα μια ταινία
ύστερα δυο
κι αναρωτήθηκα αν στην τρίτη καίγομαι
ή...

πού χωρίζει το εγώ του ενός από του άλλου;
ποιο είναι δικό και ποιο αλλουνού;
τι αληθινό και τι ψεύτικο;
και το όνομά μου θα αλλαχθεί αφού κανένας δεν το λέει όπως εσύ;

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

γυάλινα

«Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά
δε θα πει πως η αγάπη πέθανε»

μπουμ
ο πρώτος χτύπος
αίματα στην πλατεία
κραυγές βγαίνουν από τα στόματα των περαστικών που απότομα σταμάτησαν

ένας λιγότερος

σιωπή

δυό σκυλιά πλησιάζουν
μυρίζουν
γλείφουν ένα άχρωμο πια χέρι ενός άψυχου πια σώματος

στην δεξιά τσέπη ένα ατσούμπαλο διπλωμένο σημείωμα
στο αριστερό χέρι κάτι κρατημένο σφιχτά

θα διαβαστεί;
θα προσεχθεί;

θα νοιαστεί κανείς πριν τη δύση

ποιος ξέρει;
μόνο ο ιατροδικαστής.

μία συνηθισμένη ημέρα πριν μια γενέθλια ημέρα
μια ανάσα πριν τα είκοσι εφτά
δυο μάτια πια κλειστά
που δε θα ξαναδούν κανένα ηλιοβασίλεμα