Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

#tbt

Παλιά ήμουν άλλος άνθρωπος.
Ήμουν πολλοί άνθρωποι μαζί για την ακρίβεια.
Ενθουσιαζόμουν,  ερωτευόμουν, γοητευόμουν·
δανειζόμουν
ρούχα, παπούτσια, εκφράσεις
-είτε λεκτικές, είτε προσώπου.

Όμως ποια είναι η μορφή αυτού του ανθρώπου;
Που μπαίνει σε καλούπια μπας και προσδιορίσει στο ελάχιστο την ύπαρξή του,
που βάζει μάσκες να κρύψει την ασχήμια του,
που γίνεται άλλοι γιατί δε ξέρει να είναι ο ίδιος.
Γιατί το μόνο που ξέρει είναι
ν' αγαπά άλλους λάθος,
να κοιτά άλλους λάθος,
να μιλά σε άλλους λάθος
και να χάνεται.

Μέσα σε χίλιες αγάπες, χίλια βλέμματα,
μέσα σε χίλιες λέξεις και χίλια ψέματα,
πάντα χαμένη και πάντα ακριβώς εκεί που ήθελα.

Παλιά ήμουν άλλος άνθρωπος.
Ατυχής μίξη  χλωρίνης με αμμωνία,
κι αν δεν σκοτώθηκα αμέσως,
είναι που άρπαξα ετούτη την ισόβια πνευμονία.
Να φτύνω και να βήχω,
να μη μπορώ τις σκάλες ν' ανεβώ μέχρι το σπίτι σου.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

ξεχνάω να σου πω πως

Μέρες τώρα δεν είμαι καλά.
Και με ρωτάς κι επιμένεις
τι έχω, γιατί, πώς, από πότε, ποιος το προκάλεσε;
Και συνεχίζεις να ρωτάς,
θες να συζητήσουμε κι επιμένεις.
Με δάκρυα στα μάτια, επιμένεις.

Τι να 'χω πια;
Δε ξέρεις πως όταν πονάς, η καρδιά μου σφίγγεται και πάει να σκάσει
γιατί η αγάπη μου για σένα δεν είναι αρκετή για να χαμογελάς,
όταν σε βάζουν κάτω και σε πατάνε εκείνοι.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Μέτσοβο ή Τσουμέρκα ή Γιάννενα.

Πέρασα τόσο καιρό μαζί σου.
Τώρα γνωρίζω·
την αλήθεια
αν και, αλήθεια, ευχαριστήθηκα περισσότερο το ψέμα που προηγήθηκε.

Μου 'φτιάξες ένα παραμύθι· ένα σπίτι από σοκολάτα και μυρωδιές και με κλείδωσες μέσα του.
Με κλείδωσα μέσα του οικειοθελώς κι εν αγνοία μου.

Κάθε οκτώ μέρες σε ρωτούσα
"Σήμερα είναι...;"
Κι εσύ μου παρουσίαζες στοργικά τη διαδοχή της εβδομάδας χωρίς τύψεις.
Έτσι, την πρώτη μέρα ήταν Δευτέρα,
και μετά από οκτώ, Τρίτη,
και μετά από άλλες οκτώ, Τετάρτη,
κι ύστερα από σαρανταεννιά συνολικά, έφτανε Κυριακή.
Γιόρταζα χαρούμενη μια εβδομάδα μαζί σου.
Με σένα,
που για σένα έκανα το χρόνο να κυλά εφτά φορές πιο αργά
να 'χεις αρκετό να μ' αγαπήσεις·
τόσο που να το νοιώσει κάθε μου κύτταρο,
τόσο που να αναγνωρίζεις τη φωνή μου μες στο πλήθος,
τόσο που όταν κρατιόμαστε απ' το χέρι, κάπως μαγικά ο κόσμος να εξαφανίζεται
και να μένουμε εμείς που κοιταζόμαστε στα μάτια με ειλικρίνεια.

Ύστερα από περίπου τριάντα δύο ημέρες μαζί σου κι έχοντας αλλάξει ήδη τρεις εποχές,
βγήκα λίγο έξω απ' το σπίτι μας να μαζέψω ορτανσίες και πετούνιες.
Στην ακτή, το κύμα ξερνούσε γυάλινα μπουκάλια.
Είχαν μέσα μηνύματα προς ναυτικούς, αν διάβασα καλά γιατί ήταν μούσκεμα.
Ήταν πολλά. Πάνω από διακόσια.
Με έναν αδρό υπολογισμό, κατάλαβα.
Προσπαθούσες να ξεφύγεις απ' την ασφυξία που σου επέβαλα.
Έτσι, τελικά, εκείνη την Πέμπτη, δε σε ρώτησα τι μέρα ήταν και την Παρασκευή τα ξημερώματα έφυγα ονυχοπατώντας και βουβά κλαίγοντας.
Γιατί εσύ δεν ήξερες αλλά εγώ ήθελα να σε πάω διακοπές
στο βουνό,
καθώς φαινόταν ότι είχες σιχαθεί από καιρό τη θάλασσα.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Ω όπως αυτό που δε θα γίνω ποτέ.

Έχοντας επίγνωση, αγαπώ κι ερωτεύομαι.
Μα ετούτη τη φορά, έχει μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά·
μαύρη ψυχή, μουδιασμένη και καρδιά κάρβουνο
γιατί κάποτε ήταν κόκκινη τόσο που τελικά κάηκε στη δική της φωτιά.

Ετούτη τη φορά, έρχομαι σπίτι σου να πιω καφέ ή τσάι ή χαμόμηλο,
αναλόγως τις περιστάσεις και τα κέφια μας.

Έρχομαι να σε πάρω να πάμε σε εκείνη τη συναυλία του φίλου σου του αναρχικού
ή της γειτόνισσας μου της χίπστερ.

Έρχομαι γιατί έσενα θέλω μονάχα να βλέπω,
μαζί σου να διαβάζω τα απογεύματα, μαζί σου να κάνω βόλτες καπνίζοντας και πίνοντας τα βράδια.
Μαζί σου να βάφομαι στα χρώματα του ουρανού μετά από μια μεγάλη βροχή.

Όλα έχουν νόημα όταν μου τα εξηγείς με υπομονή.
Κι όταν με αποπαίρνεις με θυμό, όλα θολώνουν.

Εσύ που με μαθαίνεις ακόμα τα γράμματα μέσα στα άρθρα που γράφεις.
Εσύ θα με θάψεις από αγάπη, ακόμα αγράμματη.