Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

f | ck

Είχα καιρό να αισθανθώ
αυτήν την αδράνεια.
Αυτήν την παθητική αδρανοποίηση του σώματός μου εν όψει της φυγής σου.

Κάτω από το πάπλωμα
ξανά,
σαν παιδί που το μάλωσαν και κρύβεται.

Κλειστά παντζούρια,
κλειδωμένες πόρτες,
απενεργοποιημένα κινητά.

Να εξηγώ στο πιο όμορφο αρκούδι του κόσμου πως δεν το αγαπάς
αλλά έτσι κι αλλιώς εγώ κι αυτός δεν είμαστε άξιοι καμίας αγάπης.
Και να κλαίει.

Ακολούθησε ύπνος και, παραδόξως, όνειρα
και, προφανώς, εσύ.

Ένα κάθετο κόσμο ονειρεύτηκα όπου οι τσακωμοί
ρεαλιστικοί σαν τους δικούς μας, χωρίς συμφωνίες.
τερματίζονται με φιλιά
και σαββατιάτικες μπύρες με ένα μάτσο μισητούς (για μένα) ανθρώπους.
Και τσιγάρα ίσως,
που έχεις αγοράσει εσύ και καπνίζω εγώ
μήπως σου γλιτώσω έναν καρκίνο.

Ύστερα, γυρνάμε σπίτι μαζί
και φοράς τα δαχτυλίδια που ξέχασες στο κομοδίνο.

Όμως δε γύρισες
κι εγώ δε θα σου υπενθυμίσω τίποτα σχετικό.
Γιατί τα παρελθοντικά "ήθελα" σου έρχονται σε μετωπική σύγκρουση
με τα παροντικά μου "θέλω".

Δεν υπάρχουν σχόλια: