Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

what fucked us

θυμάμαι καμιά φορά τους φουσκωτούς κροκόδειλους και τρομάζω
έτσι αρχίζουν κάθε φορά οι εφιάλτες μου
ακολουθούν καλπάζοντας κοπάδια αλόγων με αλαζονικούς καβαλάρηδες,
ορδές πολεμιστών που απειλούν το κήπο μου κατά βάση
εμφανίζονται άνθρωποι που τρέμω στην ιδέα τους και μόνο

κάπως έτσι σκοτώνεται κάθε νύχτα κάθε ελπίδα που είχα για ατάραχο ύπνο και ξεκούραση

καμιά μέρα κανενός μήνα δεν είμαι ήρεμη
η καρδιά μου χτυπάει πιο γρήγορα για να δουλεύει το σώμα μου πιο αποδοτικά
μιλάω στον καθρέφτη γιατί αυτή τη φιγούρα που βλέπω στο γυαλί του την ανέχομαι ακόμα
αν και δε ξέρω σε πόσο καιρό θα μου γίνει κι αυτή ανυπόφορη

σε τρεις βδομάδες, μάλλον θα πατάω σε άλλη γη και σε καινούρια στενά θα χάνω το δρόμο
οι συναντήσεις θα είναι ο νέος στόχος προς αποφυγή
και το κρυφτούλι θα γίνει ξανά η δεύτερη φύση μου

όμως κάθε βράδυ πάλι θα κοιμάμαι και κάθε μέρα πάλι θα ξυπνώ στο ίδιο αβάσταχτο, επαναλαμβανόμενο όνειρο πως κάποια στιγμή θα σε δω και από κεκτημένη ταχύτητα θα με αγκαλιάσεις τόσο σφιχτά ώστε να γίνουμε συσσωμάτωμα

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Τύψεις.

Όταν ο Λάκης δεν είναι εδώ,
όταν μου λείπουν δύο υποτιθέμενες πόλεις,
όταν δεν υπάρχουν υποκατάστατα για σένα,
ξερνάω τα μέσα μου σε κορμιά ξένα.

Από το σίχαμα βλέπω εφιάλτες.
Μετά από τέτοιες επαφές, με κυριεύουν επικριτικά σχόλια της αντίφασης που ακούει στο όνομα Πέτρος.

Οριακά αν αφαιρέσεις από τη ζωή μου εσένα, εκλείπουν και τα τρία γράμματα.
Κι είναι κρίμα που δε χώρεσα ποτέ στην τσέπη σου
γιατί είχα σχέδια για το τώρα, το μετά και πώς θα αφηγούμασταν με καμάρι το πριν στους ακροατές μας.

Αν είσαι κάπου έξω και ακούς,
καλό Ιούνη.

Τέτοια χαμόγελα λένε πως βοηθούν τους μεθυσμένους να βρουν το δρόμο τους τα βράδια.
Τέτοια σαγόνια λένε πως αποθάρρυνουν τους επιτήδειους να φιλήσουν χείλη ροδαλά.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

βαθιά ανάσα

δεν ένιωσα τίποτα
ούτε τότε, ούτε τώρα
η παγωμένη ατμόσφαιρα δε μ' άφησε να αισθανθώ την αφή
ούτε να συνειδητοποιήσω την ξαφνική απουσία της

έτσι δε χώρεσα στη βαλίτσα
όντας κρύσταλλο, δε διπλωνόμουν
κι όταν φώναξαν από τα μεγάφωνα
μια φιγούρα επιβιβάστηκε
ενώ μία άλλη χώθηκε στο λεωφορείο και επέστρεψε στο παραγεμισμένο της κενό

//

ποτέ δεν είπα αυτά που σκέφτηκα
η γλώσσα μου κατάπιε τη δική της
κι άντε να βγάλεις άκρη

εγώ, η γλώσσα μου και η γλώσσα της γλώσσας μου
μπερδευτήκαμε στο στόμα σου
και δε σου είπαμε ούτε γεια, ούτε αντίο

ίσως είμαστε ακόμα εκεί
δε ξέρω
είναι όλα μαύρα
σαν τα σφραγίσματα που έβαζαν παλιά στους προγόμφιους