Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Συρραφή ανθρώπων.

Μέτρησα τα βήματα
από το σπίτι Α στο σπίτι Δ,
παρακάμπτοντας τα ανύπαρκτα Β και Γ,
ελπίζοντας να βρεθούν στο δρόμο μου αργότερα.

Βγήκαν 77
και δε μπόρεσα στους αριθμούς να μη δω την καλοτυχία μας.

//

κράτησα τα μάτια σου ανοιχτά
να γίνουν φύλλα μαύρα διαλεχτά
κράτησα τα χέρια σου ζεστά
να γίνουν δρόμοι κι οδοφράγματα
φραγμών
φραγμών μόνο και πονεμένων νεύρων
πώς να σου πω
ότι όλα είναι κόκκινα και στάζουν μάτια
όταν νομίζεις ότι κόκκινη είναι η χαρά
πώς να σου πω
για τους φραγμούς και τους στριγγούς πονοκεφάλους

//

Αν ήμουν εκείνη, θα ήμουν όμορφη
κι αν ήταν εγώ, θα αυτοκτονούσε.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Το πρώτο πράγμα που περνά στη λήθη είναι η αφή.

Ένας μήνας και δε θυμάσαι πια
την αίσθηση εκείνης της ελιάς στην πλάτη.
Ούτε μία μικρότερη, ανάγλυφη στον αριστερό λαγόνιο βόθρο
ή υπογάστριο ίσως.
Στην ίδια κατακόρυφο, στο 4ο μεσοπλεύριο πιθανώς,
μια άλλη ελαφρώς πιο ιδιαίτερη.

Ξεχνάς τις καμπύλες,
τις κυρτές και τις κοίλες.
Την πίεση των χειλιών σας καθώς εφάπτονταν.

Κυρίως, δε μπορείς να ανακαλέσεις επαρκώς την υφή του δέρματος
που ακουμπούσες φιλήδονα.

Ευτυχώς, ακόμα ξυπνάς και καταφέρνεις
να σβήνεις τα μάτια τους και να κοιτάς τα καστανά εκείνα που θα ήθελες
κι οι φωνές τους δεν έχουν σημασία γιατί στ' αυτιά σου ηχεί μία.
Τα μαλλιά τους, τα χαμογέλα τους, τα αγνοείς.
Έμαθες πια ότι είναι κούκλες ικανές
με τη δική σου πινελιά να γίνουν ό,τι θες
χωρίς όμως να μπορείς να τις κρατάς.

Σήμερα, τρόμαξες πρώτη φορά
γιατί περνά στη λήθη η αφή και η υφή.
Κι αρνείσαι να ακουμπάς ακόμα και το σώμα σου
μη μπερδευτείς και καταχωρήσεις λάθος αναμνήσεις στην μακρόχρονη μνήμη.
Φοβάσαι, φοβάσαι, φοβάσαι
και τίποτα δε ξεπερνάς.

Σταματά να φοβάσαι.
Όλα πέρασαν.