Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Χιασμός

[ό,τι αγαπώ είναι για λίγο]
πέφτει κάτω ένα ποτήρι
θρύψαλα
γυαλιά
παντού
πρόσεξε μην πατήσεις εδώ
κι εκεί
ένα κομμάτι παραπέρα
πρόσεχε
ανοιχτή πληγή
η αιχμή του βαθιά
διαπερνά το δέρμα
μην κουνιέσαι
φέρνω τσιμπιδάκι
είναι εύκολο

[γι’ αγάπη όταν μιλάς μέσα σου καίγεσαι και υποφέρεις]

είχαμε πάρτυ χτες
στην τουαλέτα κάποιος άλλαξε θέση στις λαβίδες και τα νυστέρια
πήρα ένα μεγάλο που θύμιζε μαχαίρι
(σ)το έμπηξα όσο πιο μέσα μπορούσα

[θα μείνω απ’ αυτούς στις γειτονιές που σπέρνουν άγριο χορό]

Όταν πεθαίνεις, σιχαίνομαι τα αίματα.
Κάθε φορά που πεθαίνεις, σιχαίνομαι τα αίματα.

[πίσω απ’ τη γιορτή είσαι μαρτύριο και καταιγίδα]

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

TBH, ILY.



[Κι αν θες να σου μιλώ με λόγια αγάπης, εσύ γιατί ξέχασες να μου χαμογελάς;]

Ξέρεις μας έφαγε ο έρωτας,
εμάς τη νεολαία της αφθονίας και του απεριόριστου.
Να ζούμε σε πεπερασμένο χρόνο.
Να μην εκτιμούμε το τώρα νομίζοντας πως με τα λεφτά θα αγοράσουμε κι άλλα αύριο
να 'χουμε μέρες να φάμε, να πιούμε, να σβήνουμε στα μπαρ και να ξυπνάμε σε σπίτια φίλων.

Και σε ένα από κεινα τα αύριο, ίσως θυμηθούμε το τηλεφώνημα που τάξαμε αλλά ποτέ δεν ήταν η στιγμή.
Πού να αφήσεις το ποτό σου για να πεις δυο κουβέντες με κάποιον που στην τελική δεν είναι εκεί;
Με κάποιον που σε σκέφτεται κι αδημονεί να σε δει.
Που δεν περνάει μέρα να μην αναφέρει το όνομά σου γιατί μονάχα το παρελθόν σας αρέσκεται να εξιστορεί και να εκθειάζει·
να λέει για το φως το ματιών σου και τη ζέστη των χεριών σου.

Έχεις δίκιο, φίλε, πού;
Πιες το ποτό σου και τράβα για αλλού.
Αυτός ο κόσμος δε σηκώνει έννοιες.
Αναλώσου πριν προλάβεις να αγαπήσεις και γίνουν δέσμιοι η καρδιά και το μυαλό σου
μίας νεφέλης.
Προτίμα τις Αφροδίτες που 'ναι στα κατώγια
κι άσε τις Αθηνές που σου γράφουν ποιήματα.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

ψιτ

Επειδή γενικά κανείς απ' τους ανθρώπους εκεί δε γνώρισε γονείς,
δεν υπήρξε ποτέ η ανάγκη να μάθουν δυο λέξεις ζωτικής σημασίας.
Πατέρας. Μητέρα.
Όταν ήσαν παιδιά, δεν τους βύζαξε μάνα.
'Κλέβαν το γάλα της αγελάδας και μάλωναν ποιος θα γλείψει την τελευταία σταγόνα.
Δε 'μαθαν γράμματα και αγνοούν τα πολιτισμένα παιχνίδια που παίζαμε εγώ κι εσύ·
τα ευτυχισμένα παιδιά της πόλης που μεγαλώσαμε αμπαρώμενα στα πολυτελή μας διαμερίσματα, προστατευμένα απ' τη φτώχεια των δρόμων.
Έφτιαχναν μπάλες από στομάχια προβάτων και μάζευαν τα σκουπίδια των άλλων, μετατρέποντας τα σε ακατέργαστα διαμάντια χάρη στη πλούσια φαντασία τους.

Αυτά τα παιδιά ζήσαν δυο και τρεις φορές τη ζωή που θα ζήσω εγώ.
Κι εσύ.
Κι αν ήμουν άξια, θα τους ζήλευα για τους ανθρώπους στους οποίους εξελίχθηκαν.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

ο εφιάλτης της ζωής μου σ' ένα όνειρο

Το ξέρουν όλοι κι εγώ συνεχίζω να κρύβομαι.
Ξέρουν πότε σ' αγαπώ και γιατί σε μισώ.
Ξέρουν τι λέω όταν νιώθω θυμό
και πώς λάμπουν τα μάτια μου όταν προφέρω τ' όνομά σου.
Ξέρουν ότι ντρέπομαι να βγω έξω,
να έρθω σε σένα να σου πω
εκείνα τα μεγάλα συναισθήματα που κρατώ φυλακισμένα κάτα από λάθος ταμπέλες·
δυνατή συμπάθεια, στενή φιλία.

Το ξέρουν όλοι. Ακόμα κι η μάνα μου.
Τόσα χρόνια νόμιζα την είχα ξεγελάσει για τα καλά,
μα ξέρει να διαβάζει σφραγισμένα χείλη
κι αναγνωρίζει από χιλιόμετρα μια ερωτευμένη καρδιά.

Να το παραδεχτώ σε σένα τώρα ρισκάροντας τα πάντα;
Κι αν φοβηθείς; Αν τρομάξεις κι απομακρυνθείς;
Αν σε χάσω;
Πώς θα ζήσω εγώ χωρίς εσένα;
Για ποιον θα δύω και για ποιον θ' ανατέλλω;
Λες να μάθω ν' αγαπώ μια γαλάζια εικόνα αντί για των δικών σου ματιών καθάριο χρώμα;

Άσε με να αμφιβάλλω για τη ζωή μου όλη αφότου βγεις απ' αυτή..