Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

δεν τρώμε μέχρι να ρθει ο πατέρας σου

Περνάμε άσχημες μέρες
εμείς
οι απόμακροι εχθροί της ζωής.

που κάποτε με μαχαίρι καταφέραμε πληγές
σ' όλα τα μέλη
και τώρα σε θυμίζει ένα μι που 'χω στο χέρι
και μια χαραγμένη καρδιά.

Αυτοκαταστροφή και άσπρο πάτο
κι άδεια η κούπα μου
πάλι.
Μέσα στο αλκοόλ να ξεχαστώ για να ξεχάσω·
πόσο μου λείπεις και πόσο σ' αγαπώ.

Γιατί αν κάτι πρέπει στη μιζέρια μου ετούτη να συμβεί
είσαι εσύ.
Και δε με νοιάζει ν' ακουστεί.
Εμείς δεν κάνουμε για φίλοι.
Προτιμώ τη γεύση σου να 'χω στα χείλη.
Κι ας χάσω κάθε θέση στον παράδεισο.
Μαζί σου ζω επίγεια μέθη κι αδιαφορώ
αν έρθει αύριο.
Το σήμερα διαρκεί όσο του πω
κι έχω παρακαλέσει το Θεό
να κάνει τις ώρες δεύτερα
έτσι που να μετράμε τις μέρες μας λεπτά
και μαζί σου αιώνια
να ζω τον έρωτα.                                                                            :)

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

αλλιώς.

Εσύ είσαι από 'κείνη τη φουρνιά
ανθρώπων
που λέμε μη συμβατικούς.

Στη πιο όμορφη πόλη του βορρά με κοντομάνικα·
και μια κιθάρα
στα στενά να απλώνεται η δική σου φωνή
μίτος
για κάθε περαστικό εύκολα να σε βρει.

Να 'μουν κι εγώ εκεί να μοιραστούμε τα όμορφα.
Γιατί τώρα τι να μοιραστούμε
που 'μαστ' εμείς μοιρασμένοι στα δυο;

Έτσι τα 'φερε ο καιρός,
έτσι το θέλησε η μοίρα
κι αν αντέξουμε άγνωστο.

Μα μη φοβάσαι όσο ακόμα σ' αγαπώ.
Κι αν δεν κρατήσει πολύ αυτή η αγάπη, μη σε νοιάζει.
Τη δύναμη της μέτρα κι έχε πίστη·
όλη να γεννεί σε διάρκεια.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα παλιό κείμενο αφιερωμένο σε μια φίλη
που πάντα κάτι χάνει μα πάντα κάτι κερδίζει.

Αφιερωμένο γιατί ξέρω πως της αρέσει.

άδικο, ναι.

Κράτα γερά·
ό,τι αποχωρίζεσαι με δάκρυα στα μάτια
ήταν κάποτε μόνο δικό σου.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

έτσι σε γνώρισα.

Μπλου τζιν μακρύ και T-shirt με σκισμένη λαιμόκοψη
-δική σου πινελιά-
κάτι φαρδιά αθλητικά σ' έντονο χρώμα
ένα ζευγάρι hipster γυαλιά
οράσεως,
δυο-τρία βραχιολάκια συμβολικά,
το μαλλί όπως να 'ναι
και μια κιθάρα.
Ο μήνας Ιούλης.
Όλο τον Ιούλη καμιά κακοτοπιά.

Μικρή μου αγάπη.

Μεταξύ μας άνοιξη καιρού
και μυρωδιά από ανθισμένα γιασεμιά.
Έπαψα να τρώω, έπαψα να γράφω, να θυμάμαι.
Άρχισα να πίνω, να καπνίζω, παρέα να γελάμε
ως το πρωί·
γιατί είμαι έξυπνη.
Και με μια έξυπνη φύση δίπλα μου, δε χρειάζομαι πολλά·
πέρα από αέρα και νερό.
Συνέχισα να γκρινιάζω για το χθες και το προχθές,
για εκείνον.
Μέχρι μια φίλη σου να με βοηθήσει να χάσω κάθε ελπίδα.
Κι έτσι για πρώτη φορά
έζησα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο τέρμα
χωρίς να περιμένω τίποτα.
Κι είχα τα πάντα γιατί είχα εσένα.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

The opposite of love's indifference

Μαύρες μουντζούρες σε κατάλευκες σελίδες
και άδειο από λόγια το στόμα μου·
γιατί είμαι μαζί σου Μάρκο Μπιένο.
Κι εδώ στην Πράγα δεν έχω ανάγκη από περιγραφές.
Μιλά η ιστορία καλύτερα απ' τις ιστορίες μου·
καμαρώνοντας για το Στάρε και το Νόβε Μιέστο.

Είμαι μαζί σου Μάρκο Μπιένο
στο Παρίσι
μ' ένα καυτό καπουτσίνο στο δεξί χέρι
και μια χάρτινη σακούλα με πέντε κρουασάν στ' αριστερό
αγορασμένα από μια μικρή πατισερί στη Μποναπάρτ·
κι η καπαρντίνα κουμπωμένη ως απάνω.

Είμαι μαζί σου Μάρκο Μπιένο στο Λονδίνο,
μέσα στον υπόγειο να προσέχω τις ανακοινώσεις
για τυχόν βόμβες και τρομοκρατικές επιθέσεις όπως τότε.
Ύστερα στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ να σου λέω πως
κι ο Όθωνας τα ίδια είχε.

Είμαι μαζί σου Μάρκο Μπιένο στα σοκάκια της Ρώμης.
Σε σέρνω από τη μια πιάτσα στην άλλη
κι ακουμπώ το ηλιοκαμένο σου κορμί με λαγνεία
προκαλώντας τις Ιταλίδες που σε κοιτάζουν μόλις γυρίσω το κεφάλι μου.

Πάλι μαζί σου Μάρκο στην Αθήνα.
Κι απ' το γραφείο μου έχω καλύτερη θέα κι απ' αυτή στη Σκωτία·
στο κάθισμα του Αρθούρου.
Από 'δω που κάθομαι, βλέπω εσένα.
Καλημέρα, Μπιένο μου.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

άσπρα μαξιλάρια ΙΚΕΑ

Μικρές λέξεις -
φτερά επενδυμένα με καρφιά για να αντέξεις.
Και όνειρα· καμιά εικοσαριά
όσο τα χρόνια που έζησες μακριά.
Μακριά από δικούς και φίλους
κοντά σε εργοδότες κι υπαλλήλους,
δίπλα σε λεφτά.

Γι' αυτό αν σφάλεις, δεν πειράζει.
Συγχωρεμένος είσαι και ας μοιάζει
η μορφή σου με διαόλου σπορά.
Να ξέρεις δεν πιάνοντ' οι άνθρωποι από λόγια
μα από 'κείνα που αισθάνεται η καρδιά.
Κι ας πεις «συνήθεια» εντάξει.
Εκτός αν εννοείς «ρουτίνα», τότε μόνο θα με νοιάξει.

Μιλά όπως θες,
μα να θυμάσαι σ' αγαπώ να της λες.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Και δεν το ξέρεις μα...

Ηλίθιε άνθρωπε
που θυμώνεις όσο εγώ
και ξεχειλίζεις κτητικότητα
-κυρίως για ένα, μα στην ανάγκη για όλους.
Μην κακώνεις σε μένα·
που σ' αγαπώ.
Δε θα σου έκανα κακό
και το ξέρεις.
Κι αν δεν το ξέρεις,
άνοιξα διάπλατα τις σπίθες που έχεις για μάτια και δες το!
Μου μοιάζεις
κι έχεις περίσσεια εξυπνάδα
που υποθέτω κάποια στιγμή θα χρειαστεί να δανειστώ.
Δε στέλνω μηνύματα πρώτη
κι αν μου χάριζες μια Δευτέρα -την τελευταία μου-
θα στα εξηγούσα όλα.
Όμως αρκούμαι σε αυτό
το κείμενο που θα διαβάσεις δυο φορές·
μία από συνήθεια γιατί είμαι στους τοπ
κι άλλη μία για να αποφασίσεις αν αξίζει αρκετά
να με πάρεις τηλέφωνο
σε μία συζήτηση που αρχικά θα πάει κάπως έτσι:
"-Τι κάνεις;
-Καλά. Εσύ;"
Κι έπειτα θα σε ρωτήσω "Όλα εντάξει;" και δε θα απαντήσεις.
Μα θα σε δω
ή στην πόλη σου ή στη δική μου.
Για να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για το καλοκαίρι του '12
που αν είχες υπομονή,
θα το 'χες μάθει ήδη.
Το ΄χα γραμμένο σε ένα γράμμα με παραλήπτη εσένα.
Αλλά προτρέχεις.
Θα περιμένω
μήπως αλλάξεις γνώμη.
Μέχρι τότε θα φοράω τις πορτοκαλί κάλτσες που μου χάρισες πέρσι
κι έτσι μ' έσωσες από δέκα κρυολογήματα τουλάχιστον.
Κι αν εσύ φοράς το βραχιόλι μου στο χέρι, θα με θυμίζουν τα χρώματα.
Να θυμάσαι πως δεν έσφαλα.
Απλά αρνήθηκες να μ' ακούσεις.
Κι έτσι τελευταίο βράδυ, κοιμηθήκαμε σε ξεχωριστά κρεβάτια
και καπνίσαμε μέχρι το πρωί
εσύ στο βορινό κι εγώ στο δυτικό μπαλκόνι.
Όπως και να 'χει την ανατολή τη χάσαμε κι οι δυο.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν έχω κατάθλιψη.

Κάπνισα μια φορά με καπνιστές
κι είδα πως εκείνοι βγάζουν τον καπνό απ' τη μύτη.

Ήπια μια φορά με πότες
κι είδα πως εκείνοι δεν κλείνουν τα μάτια όταν κατεβάζουν το αλκοόλ.

Έκανα χόρτο μια φορά με τύπους απ' τα Εξάρχεια
κι είδα πως η δική τους ζάλη είναι αληθινή.

Μίλησα μια φορά με ποιητές
κι είδα πως εκείνοι πίνουν ζέστο καφέ το καλοκαίρι, έχουν χαρτιά στις τσέπες τους και γράφουν σ' αυτά με πέννες· το μελάνι των οποίων κάποτε άφησε στη μπλούζα τους έναν άσχημο λεκέ.

Πήγα μια φορά για ψώνια με μοντέλα
κι είδα πως εκείνες αγοράζουν πάντα ένα νούμερο μικρότερο·
πάντα, και ποτέ στις εκπτώσεις.

Κάθησα μια φορά με φίλους
κι είδα πως εκείνοι αγαπούν με το μυαλό.


Τα κάνω όλα λάθος τελικά...

Με αγχώνει(ς)

Έχω μια φίλη
που γενικά δε θα ήθελα να έχω
-υπό φυσιολογικές συνθήκες
κι αν το μυαλό μου βρισκόταν στη θέση του.
Αλλά είναι η συνήθεια, βλέπεις.

Κι άλλη μία
που ίσως τη χρειάζομαι
αλλά με τέτοια περηφάνεια δύσκολο
να πάω· να έρθει· να βρεθούμε στα μισά
κάπου Λαμία ή Βόλο.

Υπάρχει μία τρίτη ούτε μια ώρα μακριά
-με συγκοινωνία πάντα-
μα ζω κι αν δεν τη δω.
Όμως με μεγάλωσε
κι ίσως ενδόμυχα την αγαπώ.

Πέρα από μία ευθεία με δυο βουνά
έχω ένα κολλητό
που μ' αγκαλιάζει σφικτά κάθε που είναι να φύγει.
Δε λέει πολλά μα είναι εξύπνος
κι αρκεί.

Στο δίπλα μπαλκόνι, μια συμφοιτήτρια καμία σχέση με μένα.
Από χωριό.
Μ' αλλιώτικη σκέψη, μισαλλόδοξη με μια μάσκα αφελής ευγένειας
κι αδυναμία στο κουτσομπολιό.
Με θεωρεί αποκούμπι.
Όσο μπορώ, θα την υποβαστώ.

Να μη ξεχάσω τη Γειτόνισσα
εύκολα επηρεάζεται,
εύκολα μαθαίνει,
όμορφα ζει,
όμορφη είναι.

Κι ένα κορίτσι πιο μικρό
ή καν' τα δυο.
Φωνάζουν στα τραγούδια και παίζουν κεντρική σκηνή.
Όμως τις γνώρισα μαζί
και μαζί τις θέλω.

Αυτοί εν ολίγοις,
μαζί με πεντε έξι φίλους παιδικούς,
μια ξανθιά Αγγλίδα για βουτιές στον Αλμυρό,
μαζί με σένα.
Σύνολο δέκαπέντε.
δυο φορές η αγάπη!

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

" Ζήλεψε που ήρθες; " Χαρά. 1_/0_

Υπάρχει σωτηρία εδώ;
Εδώ που φτάσαμε.

Τίποτα δεν απόμεινε
κι άνοιξα όλες τις κούτες,
τα κουτιά
όμως πού;
Αδύνατον να ξέχασα να πακετάρω την αγάπη!
Όχι την αγάπη μου, όχι.
Ξέρω έφυγα βιαστικά
μα δεν έχει να λέει.
Ήμουν σίγουρη ότι την είχα κάπου εδώ·
μες το χαμό κάπου.
Ένα κόκκινο περιτύλιγμα θυμάμαι
να μοιάζει με το χρώμα της.
Και σ' ένα ξύλινο κουτί την εναπόθεσα.
Το Κουτί·
ό,τι έχω πιο σηματικό.
Με μπρούντζινα φύλλα στο καπάκι
κι ένα γεμάτο εσωτερικό.
Πιο γεμάτο κι απ' τα μέσα μου.
Πού να 'ναι;
Στο σπίτι το παλιό;
Αμφιβάλλω
αλλά δεν γυρίζω πίσω να το βρω.
Ο ιδιοκτήτης μου το απαγόρευσε ρητά.
Άδειασα και τα υπόλοιπα ντουλάπια
μήπως ασυναίσθητα την τακτοποίησα μαζί με τα κουζινικά. 
Όμως θα ένιωθα κάτι στην αφή νομίζω.
Με τέτοια αγάπη δεν υπάρχει "ασυναίσθητα".
Έτσι έμεινα ν' ακουμπώ στη ράχη του κρεβατιού
με ένα γιαπωνέζικο μπολ για τασάκι
κι ένα pc σε αποσύνθεση από τις μαλακίες μου.
Να κοιτώ τον τοίχο μα να μη με κοιτάει πίσω.
Έτσι τώρα δεύτερη μέρα
ανακαλώ τα χθεσινά, ευοίωνα όνειρα
που μάζεψαν όλο το ωραίο παρελθόν να με κοιμήσουν γλυκά.
Κι όπως αλλάζω μεριά στο μαξιλάρι
νιώθω κάτι να χαρχαλεύει.
Δυο λέξεις στην πίσω πλευρά μιας λιανικής απόδειξης
"Φεύγω. Καταλαβαίνεις."
γραμμένες ατσούμπαλα.
Άδικα έψαχνα λοιπόν.
Την πήρες μαζί σου σε ένα ύπουλο φευγιό.

Καληνύχτα, αγάπη μου.
Καληνύχτα και σε σένα.