Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

The way black is black

Τον έβλεπα να περπατά.
Περπάταγε και παραμιλούσε.
Πιο όμορφος από κάθε άλλη φορά.
Λες και το Χριστουγεννιάτικο αστέρι
χάρισε το φως του στα ξανθιά μαλλιά εκείνου
κι ύστερα έσβησε.
Λες κι ο πρωινός ουρανός έδωσε τη θέση του στη νύχτα
για να 'χουν τα μάτια εκείνου αρκετό γαλάζιο να λάμπουν.

Μόνος του 31 Δέκεμβρη˙
λυπηρό ακούγεται μα δεν είναι
γιατί εκείνος επιλέγει τη μοναξιά
παρά το χάος που φέρνουν οι βασιλόπιτες, οι γεμιστές γαλοπούλες, τα χοιρινά στο φούρνο, οι μπουγάτσες˙
παρά τη βαρούβα που προκαλούν οι καλοδιάθετοι συγγενείς με τις θερμές ευχές και οι κοντινοί φίλοι με τη λυσσαλέα όρεξη για clubbing πρωτοχρονιάτικο.

Εκείνος διαλέγει μια βόλτα στο λιμάνι.
Διαλέγει μια ανάμνηση
και επιλέγει να περάσει το υπόλοιπο της βραδιάς μαζί της.
Μαζί της εννοώ μαζί με 'κείνη˙
εκείνη την κοπέλα που μοιάζει να 'ναι ολόκληρος ο ουρανός
και η απεραντοσύνη της ξεπερνά του σύμπαντος.
Αφού τα αστέρια του ουρανού θυμίζουν τ' άστρα στο λαιμό της.
Ξέρει πως αν κάνει Πρωτοχρονιά στην αγκαλιά της,
όλος ο χρόνος θα κυλήσει έτσι˙
στην αγκαλιά της.
Η γιαγιά του του το 'μαθε όταν ήταν αγόρι ακόμα.
Αγαπούσε τη γιαγιά του και πιστεύει ακόμα τα λόγια της.

Τόσο όμορφος ήταν που ξέχασα κι εγώ να φύγω.
Ξεχάστηκα σε μια γωνιά να τον παρατηρώ.
Μες τα μαύρα μου ρούχα, το μαύρο παλτό, τα μαύρα παπούτσια.
Τα μαύρα μαλλιά μου, τα μαύρα μου μάτια.
Κρύφτηκα στο σκοτάδι.
Άφησα τον ουρανό να τον αγκαλιάσει
γνωρίζοντας πως
ο ουρανός του είμαι εγώ.

i gave up forever

Παράτησα το πάντα
παράτησα τα πάντα για σένα
έμεινα εδώ σ' ένα εφήμερο παρόν
να σ' αγγίζω όποτε θέλω
να σε νοσταλγώ όταν βρισκόμαστε μακριά
και να μη σε χορταίνω όταν σ' έχω εμπρός μου

Στην χαμηλότερη εσοχή της ντουλάπας μου
έχω κρυμμένα τα γράμματά σου
να μου θυμίζουν τις μέρες που ονειρευόμουν αντί να ζω
και τώρα ακόμα
που γράφω τούτα εδώ
παραστρατώ
μα μου μείνε χουσούρι και λέω να το κρατήσω για ανάμνηση

Παρακαλώ μη ψάξεις ποτέ εκείνη τη στοίβα από χαρτιά που κρύβω
εκεί υπάρχει ένα χαμένο εγώ
που άμα το βρω
ίσως σε χάσω
κι άμα το βρεις εσύ
θα φοβηθείς, θα φοβηθώ

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Back To Normal


Γυρίζω πίσω
Ώρα μου ήτανε θαρρώ
Ήρθανε να με πάρουν φίλοι απ’ το σπίτι το φοιτητικό
Και δρόμο πήραμε για πάτρια εδάφη
Όλοι
Εγώ και τέσσερα παιδιά που μεγαλώσαμε μαζί
Και τ’ αγαπώ πιο πολύ από μένα
Γιατί θυμίζουν το καλύτερο εγώ μου
Εκείνο το εγώ που σχεδόν δεν έχω
Γιατί μαζί τους είμαι «εμείς»

Η μια κοιμάται δίπλα μου
Μ’ αυτή μιλάω λογικά
Και κάνω ψώνια
Και λύνω μαθηματικά

Η άλλη πίσω μου παίζει παιχνίδια ηλεκτρονικά
Μ’ εκείνη τραγουδώ τραγούδια ξενικά
Γνωρίζοντας απ’ έξω κάθε στίχο
Και κάνω κοπάνες σε φυσική και γαλλικά

Ο νεαρός στη μέση αποκοιμήθηκε με μάτια ανοιχτά
Όπως πάντα
Εκείνος μου είναι πιο οικείος
Πάμε διακοπές μαζί
Και μοιραζόμαστε την ίδια θέση στον εξώστη
Στο θερινό το σινεμά της γειτονιάς
Πετώντας πέτρες και χαλίκια στο γκρεμό από κάτω
να νιώσουμε τη διαφορά Γης κι ουρανού

Τέλος, ένα κορίτσι που ξέρω απ’ τα 12
Κι είναι δικό μου κάπως
Είναι γλυκό και κλαίει πάντοτε με λόγο
Γελάει δυνατά και χάνεται σε υπνωτικές κραιπάλες
Μα έχει ωραίο όνομα ανάλογα την εποχή

4 μου είναι αρκετοί για απόψε
Κι αν η Σαλόνικα τους έκλεψε
Τα Χριστούγεννα θα μου τους φέρουν πίσω
Κοιμηθείτε γιατί έχουμε ακόμα δρόμο
Μάλλον θάλασσα
Μα είστε δικοί μου και δε θα αφήσω κανένα Ποσειδώνα να σας πάρει μακριά
Γαλήνιο το ταξίδι μας παιδιά μέχρι να δούμε Κρήτη
Μέχρι να δούμε μάνες και σπίτια πατρικά

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

paranoid

Θυμώνω κι εγώ ξέρεις.
Μ' εκνευρίζει το άγνωστο αύριο και το άδειο μου σπίτι όταν λείπεις εσύ˙
όταν λείπεις εσκεμμένα
με οικτρές δικαιολογίες να καλύπτουν τα χέρια σου
κι ένα χαμόγελο να γεμίζει πονηρά
εκείνες τις ρυτίδες που χαράζουν το μέτωπο και τα χείλη μου.
Όμως θυμό γνωρίζουν μόνο οι άσπρες τοίχοι.
Ή είναι μπεζ πανάθεμα τους;
Ας είναι.
Αυτοί μονάχα κι οι καθρέφτες μου
και κανα δυο ξύλινα έπιπλα
ξέρουν πως μέσα μου
βράζει
κοχλάζει
λάβα καυτή
που άμα ξεχυθεί, θ' αρπάξει ο τόπος
κι εσύ.
Γι αυτό κρατιέμαι.

Αύριο ξημερώνει Τρίτη.
Καμπάνα θα χτυπήσει το πρωί
μα απ' τη νύστα δε θα κάνω το σταυρό μου -σύνολο τέσσερις χρωστούμενοι.
Αύριο ίσως να σε δω.
Ίσως και όχι.
Όπως και να 'χει σ' αγαπώ
κι ας σου θυμώνω
γιατί αργείς, μα πάντα έρχεσαι .

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

άτλας


Μήπως,
μήπως τα πεφταστέρια τελικά δε φτάνουν ποτέ στη γη κι άδικα περιμένω;

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

μπλιαχ

Λείπεις
δυο μέρες
τρεις
Δε ξέρω
Βαρέθηκα να μετρήσω
Κάθε φορά που μετρώ αργεί η αντάμωση

Μα από περιέργεια
ρώτησα τη γειτόνισσα
και μου 'πε τρεισήμισι
Τρεις μέρες και μισή λοιπόν που λείπεις
και μου έλειψες

Έτσι όπως μπήκα γρήγορα στο σπίτι
πρώτα έτρεξα ασυναίσθητα στο μπάνιο
και θυμήθηκα
τις ατελείωτες ώρες που κλειδωνόσουν μέσα
Ντυνόσουν, γδυνόσουν, βαφόσουν, πλενόσουν
πάντα απορία θα μου μείνει τι έκανες εκεί
Μετά είπα να σε θυμηθώ λιγάκι παραπάνω
κι άνοιξα την κατάψυξη
Φύλαγα κάθε μέρα λίγο απ' το φαγητό που μου 'φτιαχνες
για να 'χω όταν φύγεις
Προνόησα
Έβγαλα τη σάλτσα λοιπόν
την κόκκινη
θυμάσαι;
εκείνη για τα μακαρόνια
που φάγαμε την περασμένη Παρασκευή
τότε που ήρθε κι εκείνη η φίλη μου
που ενίοτε με παρασύρει σε κακές συνήθειες
είτε δικές της είτε δικές μου
αλλά πάντα κρυφές
Ελπίζω να μη σου άρεσε παρεπιπτόντως
γιατί ντάξει ήταν ωραία
αρκετά
και την κοίταζες με θαυμασμό
Μα ας μην αρχίσω να ανησυχώ από τώρα

Ύστερα ένα πιάτο μακαρόνια
ελλειπές.
Δεν πεινούσα
Να θυμηθώ τη γεύση σου ήθελα
Δυο τραγούδια πρόλαβα κι ακούσα
κι ήταν έτοιμη
η συνταγή μου της ανάμνησης.

Τώρα που σε θυμήθηκα λοιπόν είπα να σου θυμήσου
πως αν δεν ήμουνα εγώ
ούτε διαστροφή θα γνώριζες
ούτε διαστροφικά εγώ
ούτε Αθήνα

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

καμπύλες


Τα μάτια μου,
τα χείλη μου˙
το πρόσωπό μου.
Προσωπικό, δικό μου και κανενός άλλου.
Προσωπικές οι εκφράσεις και οι ρυτίδες του μετώπου μου,
προσωπικό το χρώμα που με βοηθά να βλέπω τον κόσμο πράσινο
και προσωπικός ο τρόπος που σμίγουν οι κόκκινες λωρίδες
λίγο πιο πάνω απ' το πηγούνι μου.
Προσωπικός κι ο λόγος γιατί
τα μάγουλά μου γίνονται κόκκινα κάθε τόσο.

Το πρόσωπό μου.
Προσωπικό, δικό μου κι αφήνω μονάχα εσένα να τ' αγγίξεις
τη νύχτα που ύπνος δε λέει να μας πάρει
με τόση ζέστη που κάνει˙
κάτω από δυο σκεπάσματα,
δύο ανήσυχα κορμιά.
Ψηλαφίζεις και ρωτάς τι είναι τούτο και τι είναι τ' άλλο.
Σαν να τα νιώθεις πρώτη φορά.
Κι όταν φτάνεις στο στόμα μου,
γυρνάς και με φιλάς.
Ύστερα λες  Καλύτερα έτσι.
                       Δεν είναι ωραίο μόνο του.
                       Θέλει κάτι να ενωθεί.
                       Και φωνάζει βουβά το δικό μου. "

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Κόκκινο Φιλί

Έπιασα ένα κράγιον.
Κόκκινο.
Όχι της φωτιάς.
Όχι έντονο.
Αλλά κόκκινο βαθύ.

Κόκκινο λοιπόν.
Και το κοίταζα.
Το χάζευα.
Για ώρες ίσως.

Το είχα βγάλει
από μια μαύρη τσάντα.
Μικρή.
Μέσα της άλλα δύο.
Μα εγώ ήθελα εκείνο.
Το παλιό.
Το φτηνό.
Το κλεμμένο για την ακρίβεια.

Το 'πιασα που λες
κι άρχισα να γράφω στους καθρέφτες.
Μ' αυτό.
Καθρέφτες ευτυχώς
είχε όλο το σπίτι.
Σου άφησα μηνύματα παντού.
Άμα τύχει να 'ρθεις και δεν είμαι εδώ,
να ξέρεις πως σ' αγαπώ.




Σαν έφηβη κάνω.
Και ξέρεις τι λένε :
THEY SAY THAT TEENAGERS SCARE THE LIVING SHIT OUT OF ME

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Αγία Σοφία

Είναι ώρες -όχι στιγμές-
που αναρωτιέμαι
δεν τρομάζεις που ξέρεις εκείνη την πλευρά
εκείνη την πλευρά του εαυτού μου που είναι τόσο εγώ όσο καμία άλλη;

Δε σε αηδίασε ποτέ η φρίκη που κρύβω μέσα μου;

Ούτε σε πείραξε που άλλοτε θέλω πρίγκιπες με άσπρα άλογα
αλλά Παρασκευές και Κυριακές και Δευτέρες
και Πέμπτες άμα λάχει
κλείνω το μάτι σε κοπέλες περίεργες
της παρακμής;

Δε φοβάσαι μην τρέξουνε οι μέρες πιο γρήγορα από μας
και χάσουμε τη ζωή που κυνηγούσαμε;

Πώς γίνεται να μην κλείνεις το τηλέφωνο
την ώρα που φλυαρώ;
Με κάθε "εγώ" μου να στάζει απ' το στόμα τόσο κόκκινο.
Όχι μονάχα λέξη,
μα οντότητα από μόνη της.

Αλήθεια δεν τρομάζεις;
Πώς γίνεται
Πώς;

Νόμιζα πως όταν αρχίσει αίμα να τρέχει απ' τις πληγές σου
παγώνεις και σπας.
Σαν πορσελάνη.
Έτσι όμορφα.
Αξιοπρεπή.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

μάλλον σε δυσκολεύουν τα προφανή

όλη νύχτα σε ερωτευόμουν
κάθε λεπτό κι άλλο
κι άλλο
κ ι   ά λ λ ο
ώσπου η νύχτα έγινε πρωί
κι εγώ έμαθα να σ' ερωτεύομαι στο φως της μέρας

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

9 crimes

Ζητώ συγγνώμη.
Παραφέρθηκα.

Μεγάλωσα φαίνεται
κι ο λόγος μου έγινε απότομος,
η σκέψη τετραγωνισμένη
-ταίρι της ψυχρής λογικής μου.
Έτσι μιλώ στιγμές που πρέπει να σωπαίνω.
Δυσπιστώ και αμφιβάλλω
για εκείνους που ήταν πάντα εκεί
και λείπουν μονάχα σωματικά
και μόνο όταν όντως τους είναι αδύνατο
να σου κρατήσουν το χέρι
ή να περπατήσουν δίπλα σου.
Αναθεματίζω όμορφες λέξεις
που ένωναν δυο υπάρξεις σε μία
και ειρωνεύομαι τον πιο γλυκό ουρανό μου
τραβώντας τη ματιά απ' το πολύχρωμο τόξο του
και αρνούμενη τη μοναδική του απεραντοσύνη.

Άσχημο που είναι να μεγαλώνεις και να ξεχνάς.
Άσχημη που έγινα.

συγγνώμη...