Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

All I heard was a shout

Ζούμε σε σπίτια ερείπια
με σωλήνες πιο σάπιους κι απ' τις ψυχές μας,
σοβάδες που πέφτουν
και ντουλάπες που βρωμάνε
και βρωμίζουν τα σεντόνια.
Έτσι το πρωί,
τα  όνειρα σου είναι μαύρα
κι άραχνα,
στην κυριολεξία.
Τα ρούχα γεμίζουν καυσαέριο,
τα μάτια σου αηδία
για το μπροστινό,
για τον πίσω που βρίζει στο τηλέφωνο
και για τον οδηγό
που άνοιξε το παράθυρο για να φτύσει.
Ούτε τρένα με εννιά ευρώ υπάρχουν πια,
ούτε με τα πόδια γίνεται να 'ρθω.
Φύγαμε εμείς
και ήρθε το φθινόπωρο
μαζί με αέρα δυνατό
που παρασύρει τις στάχτες μας
σε κάτι λιβάδια ανέμελης λήθης
κι αδιαφορίας,
ξέρεις,
απ' αυτή που δεν υπήρχε στο νησί.
Τώρα βαρέθηκα τα σχέδια.
Αρκεί που έχω δυο κόλλες χαρτί
και λίγη μουσική ακόμα
στο ψυγείο
-μη μου χαλάσει κι αυτή
και γίνει εναλλακτική.

Στις 13 έρχονται άλλοι στον πύργο σου,
οπότε εγώ περισσεύω.
Έτσι κι άλλως,
ποτέ δεν ήμουνα η σωτηρία σου.
Πάντα έφερνα την καταστροφή σου.

*προκαταβολικά σου εύχομαι χαρούμενα γενέθλια
και καθυστερημένα σου ζητώ συγγνώμη

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

:( ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ....

Δε σε πειράζει που υποσχέσεις δε ξέρω να κρατώ,
ούτε σε νοιάζει που θυμώνω
γιατί το κάνεις κι εσύ αρά και πού.

Κανείς δε θ' αγαπήσει κανέναν.
Να η υπόσχεση.
Μα ποιος την κράτησε;
Κανείς (μας).

Μια εκδρομή ήταν
και νομίζαμε πως θα μέναμε στην επιφάνεια.
Αφού για βάθος και ουσία δε μιλήσαμε,
λέξεις που ακύρωναν το τώρα
και έκτιζαν μεγάλα αύριο,
πώς καταφέραμε να έρθουμε κοντά;
και πότε;

Μαζί μας,
περνούσαν οι εποχές
'πέφταν τα πρωτοβρόχια
και μύριζαν τα γιασεμιά.
Μεγάλωναν παιδιά
και άλλαζαν σε άνδρες.
Ξανθαίναν τα μαλλιά απ' το ήλιο
και έτσουζαν τα μάτια απ' την αλμύρα τα καλοκαίρια
που καίγονταν η πλάτη και τα πόδια μας
και ξεφλουδίζαμε.

Τα βράδια μου κρατούσες το χέρι
γιατί το σπίτι μας ήταν κρυμμένο στα στενά,
κι εσύ είχες από καιρό μαλώσει με το σκοτάδι
και φοβόσουν το σκούρο μπλε ουρανό
που διαδεχόταν τον όμορφο γαλάζιο πρωινό,
που μέσα του μάθαμε να κοιτάζουμε τον ορίζοντα
και να φανταζόμαστε μέρη πέρα απ' αυτόν.
Μέσα σ' αυτό μάθαμε να κοιτάμε
και να βλέπουμε όχι μονάχα ύλη,
μα ψυχή.
Και η δική σου είναι όμορφη και άσπρη.


Έτσι δε με νοιάζει που δεν κράτησα εκείνη την υπόσχεση.
Ήταν για δειλούς κι εγώ τολμώ.

Μήτε τα πουλιά, που αντί για καρδιά και αρτηρίες με αίμα,
έχουνε γρανάζια και λάδι μηχανών, φοβάμαι.
Απογειώνονται και στο κεφάλι τους
υπάρχει πιλότος κι όχι μυαλό.
Ένα από δαύτα θα με φέρνει κοντά
τώρα που τα λόγια γίνονται κόμποι στο λαρύγγι μου
και δραπετεύουν ως λυγμοί,
ως κλάματα.


Τι κι αν το σπίτι μας δεν έχει ράφια;
Φτάνει που είναι μεγάλο και χωράει εμένα, εσένα και τον ουρανό.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

I'd do anything I could do just to be with you

δανεικά θα 'παιρνα του ονείρου τα χείλη
να έρθω να σου πω στ' αυτί
το αύριο πως δε θα 'ρθει
κι έτσι γλυκά να σε κοιμίσω στο σήμερα
μονάχη γνωρίζω ότι αδύνατο σου είναι να προφέρεις
τ' αληθινό
αφού έχεις μια και καλή διαγράψει το παρόν
για να κοιτάς καλύτερα το μέλλον
αγύριστο κεφάλι που θέτεις όρους στη ζωή
για να ξέρεις τι θα ζήσεις και πώς
το πότε είναι προδιαγεγραμμένο κάποτε
γιατί σ' αρέσει να ατενίζεις
κι ας γνωρίζεις πως δε θα αγγίξεις
αρκείσαι να φαντάζεσαι
αφού είσαι ερωτευμένη με τα όνειρα και τις εικόνες
και δε σε νοιάζει η γη
ετούτη εδώ που πάνω της πατώ
όπως όλοι μας
εσύ έχεις μάθει να πετάς κι οι σκέψεις σου είναι σύννεφα
άσπρα
σαν τα μαλλιά μου τα γεροντικά
που χρώμα δε θα πέσει ποτέ επάνω τους
έτσι φιλώ τα δικά σου τα κατάξανθα
από χαρά
που αντί του Μορφέα την αγκαλιά
διάλεξες τη δικιά μου

There's this girl, this girl that I know
She puts the beauty in the beautiful
τι να τα κάνω τ' αστέρια αν ήλιο δεν έχω για να δω το πρωί αφότου σβήσουν;

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ' όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

ΛΙΛΛΙ

φύγε
μπας και αράξουνε τα πλοία στο λιμάνι
και πάψουνε οι ναύτες να φοβούνται το τραγούδι της στεριάς
που βγαίνει απ' τα χείλη σου τ' απομεσήμερο και ξελογιάζει

έλα
μπας και φωτίσει ο ουρανός
κι ανθίσουνε οι μέρες που 'ρχονται με περίσσιο πάθος
για να σε δουν μονάχα κι ας βασιλέψουν ύστερα

μείνε
μπας και στερέψουνε τα μάτια μου
και κουραστούνε οι λυγμοί από μέσα μου να βγαίνουν
σα λυσσασμένοι ισοβίτες
που η απόδραση για αυτούς σημαίνει λύτρωση

πιάσε το χέρι μου
και αν δεν τρέμει ούτε ιδρώνει από το άγχος
να ξέρεις πως κουράστηκα

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Cheese Lover's

Πού πάνε τ' αστέρια όταν λείπεις, μου λες;
Φεύγεις και πίσω σου αφήνεις έναν ουρανό γυμνό.
Γιατί;
Και τι συμβαίνει με τα μάτια μου άμα δε σε βλέπω;
Λες κι από μόνα τους ζητάνε πλέον να θολώσουν,
αλλάζουν,
ποτάμια γίνονται και το δάκρυ μου τρεχούμενο νερό που κουβαλά ιστορία.
Ύστερα είναι ο ουρανός.
Γιατί να ξεθωριάζει;
Πήρες μαζί σου το γαλάζιο φαίνεται και χρώμα δεν του άφησες τη μέρα για να ντύσει ευπρεπώς.
Μα όσο αλλάζει ο κόσμος, τόσο αλλάζω κι εγώ.
Και τώρα πια, ψέματα δε μπορώ να πω
και ας το θέλω.
Οπότε με ρωτούν πόσους ανθρώπους συμπαθώ
κι εγώ με πόνο απαντώ μονάχα έναν..

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

η κοιλάδα με τις πεταλούδες

τα γράμματα θα ξεθωριάσουν
κι οι φθόγγοι θα χάσουν το δρόμο τους μια μέρα
έτσι εσύ από τη άλλη μεριά της γης
θα καταλήξεις να ακούς «πάγωσα»

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

whiskey and the rain

να δω το πρόσωπό σου
ευχή
αιώνια παράκληση
ανεκπλήρωτη
να παρασύρει τα πάντα η βροχή
τη θύμιση
τη θλίψη
και τα όνειρα
εγώ δε μπορώ να κάνω και πολλά
τώρα έμεινε το ουίσκυ
ποτέ δεν απογοήτευσε κανένα

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Wait by the car and we'll go


Επειδή το τέλος σημαίνει αρχή για τους άλλους,
δε σημαίνει πως θέλω να πεθάνουμε για να ζήσουμε μαζί.
Εγώ που μόνο πλάι σου υπάρχω
μισή
κλαίω για το τώρα και για τα τσιμέντα που μας χωρίζουν,
για τα διόδια και τις στάσεις, valencia,
που ώρες βάζουν ανάμεσα μας.
Έτσι ζητώ σου να με περιμένεις μια χρονιά
για να σ' ακολουθήσω μια ζωή,
αν το αντέξω.
Ποτάμια γίνανε τα "σ' αγαπώ"
κι ακόμη ζω χωρίς συγκάτοικο.
Όμως ξέρω πως δεξιά μου στο κρεβάτι
είναι η μεριά σου.
Valencia, τη θέση κράτα μου κι εσύ στον καναπέ κι εγώ θα έρθω.
Με του νερού το ρεύμα θα συρθώ
αφού μες το ποτάμι μας σα δάκρυ έχω μάθει να κυλώ.