Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Ένα αστέρι με κοίταζε επίμονα μια νύχτα,
καθώς στην άμμο έψαχνα τα χνάρια μιας αλλοτινής αγάπης
Με κοίταζε γλυκά και απορούσε
ποιο να είναι το νόημα τούτης της παράλογης μου πράξης.
Και σαν να μάντεψα τη σκέψη του,
φώναξα τ' όνομα σου.
Δεν είναι όνειρο, του είπα,
μήτε νεφέλη,
μήτε ίσκιος.
Είναι το ουράνιο μου ταίρι
κι όσο κι αν ψάχνω δεν το βρίσκω.
Μα έχω αναμνήσεις απ' αυτή
και την αιθέρια μορφή της.
Και κάθε βράδυ ξαγρυπνώ,
μήπως ακούσω πάλι της φωνής της το νανούρισμα
και αποκοιμηθώ.

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Κ.Κ.

Είδωλα -σιωπηλοί συνεχιστές ξεχασμένων εποχών
που μάταια πασχίζουν ν' αναζωπυρώσουν
μια φλόγα για πάντα σβησμένη
αφού νερό εχύθη πάνω της
νερό που 'φέραν οι επόμενοι μαζί τους
Κι έτσι εκούσια διαδέχτηκαν το θρόνο
και στέφθηκαν οδηγητές μιας καινούριας
ολοκαίνουριας αυγής
Μ' εικόνες και με ήχους
πλημμύριζαν τα στενά και τις πλατείες
και τ' άρωμα τους έθαβε εκείνο των προγόνων
κάλυπτε ισχυρά μα δεν αφάνιζε
Έκρουαν τους κώδωνες με τρόπο αλλιώτικο
μα ο παλιός δεν είχε χαθεί
απλά η λησμονιά τον είχε τώρα συντροφιά
Κι έτσι περάσαν οι μέρες τους
η ώρα για μια νέα αυγή έφτασε πάλι
πάλι νερό στη φλόγα την πρωθύστερη  εχύθηκε
οι νέοι έγιναν παλιοί
κι άλλοι βασίλευαν μες στο παλάτι
Καινούριες μελωδίες και χρώματα
καινούρια πρόσωπα και λέξεις
Όμως οι αναμνήσεις στοιβάζονται αιώνες
και οι γενιές που πέρασαν δεν έσβησαν
Θυμούνται πότε πότε τις ένδοξες στιγμές
και σπεύδουν να τις φέρουν πίσω
μα σταματούν διότι ξέρουν
Κι έτσι μαθαίνουν μαζί να ζουν
αρμονικά στο ίδιο σπίτι
που το κατώφλι του σαν αντικρίσεις
θα δεις στην άσφαλτο να γράφει
"ΠΑΡΕΛΘΟΝ"

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Όταν τα 'ε' διαβάζονται έψιλον

    ε όπως ελευθερία
κι ε όπως έλλειψη μα κι ευφορία·

    ε όπως έμεινα
κι ε όπως έφυγες·

    ε όπως έπρεπε να γίνει
      όπως έτυχε να γίνει
      όπως έγινε·

    ε όπως έλα
κι ε όπως έρχομαι·

    ε όπως έρωτας
      όπως εσύ
      όπως εγώ
      όπως εμείς·

   ε όπως ερωτεύομαι εσένα
κι ε όπως εσένα αγαπώ.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

πάνικ αν μπλαντ αν πιπλ αράουντ

Ο ταξιδιώτης του ονείρου δε γνωρίζει φόβο
 τρέχει απ' τα βουνά στα δάση
 και μόνο θάρρος του απομένει για να πιει
 σταγόνες θάρρους απ' το κόκκινο φλασκί.
Διασχίζει τις κοιλάδες του μύθου
 και ξαποστάζει στη σκιά του δένδρου του μεγάλου
 που οι καρποί του βγαίνουν
 μονάχα την εποχή του αυλού
 κείνου του αυλού του μαγικού
Πλάι του περνούν θαρρείς μιλιούνια' νεαρές κοπέλες
 κρατούν στα χέρια τους λούλουδα και κορδέλες
 με κίτρινο γεμίζουνε τις μέρες
 μάλλον θα είναι οι Νεφέλες
Κι εκείνος συνεχίζει το ταξίδι
Προορισμός του η Ουτοπία
 εκεί που ζει και βασιλεύει η Φαντασία
 με μια κορώνα στα μαλλιά και άλλη μία
 στο συρτάρι που 'χε μείνει απ' τα παλιά
Πιστή σύντροφος του Μορφέα
 που δώρα έκανε σε μας τα όνειρα
 σαν παραμύθια μιλούν για πρίγκιπες με σκέψη φευγαλέα
 κι αρχοντικά που 'χαν τη θάλασσα για θέα
Κάτι είχε ακούσει μια φορά σε μια ταβέρνα
 για μία κόρη που είχε χρυσαφένια τα μαλλιά
 και μάτια οσάν του ουρανού βαθιά και γλαύκα
 πριγκίπισσα στο κάστρο που φώτιζαν ολημερνίς τα άστρα
Σκεφτόταν όλα ετούτα και συνέχιζε
Περνούσε τα ποτάμια και τις γέφυρες του αέρα με πυγμή
 έπαιζε αρπίσματα και τραγουδούσε με όμοια αοιδού φωνή
 συνόδευε στο κελάηδισμα το μωβ αηδόνι
 που μίλαγε τα λόγια των Σοφών ακόμη
Και θα συνέχιζε για χρόνια ακόμη
Και κάθε τόσο τον πειράζαν οι Μορφές
 ερχότανε στο δρόμο του και ψιθυρίζαν ιστορίες
 για μάχες απ' τα χρόνια των Σπαθιών και των Ασπίδων
 για μάχες που κρατήσανε αιώνια και για γενιές
 χαμένες άδοξα σ' αυτές
Ακόμα και τώρα λέει παλεύουν δίπλα μας οι στρατιές
 μα μεις είναι αδύνατο να δούμε τους νεκρούς και τις πληγές
 μόνο το ήχο από τα ξίφη ακούμε κάποιες μέρες
 εκείνες που τα ξωτικά θυμούνται τις Κραυγές και τις Φοβέρες
Κι έτσι έφτασε η μέρα....