Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Πιο πολύ απ' όσο μπορώ να σου πω κι ακόμα περισσότερο απ' όσο μπορώ να σου δείξω

Ήρθες και μ' αγκάλιασες
 και σήμερα
 όπως κάθε μέρα
Με κρατούσες σφιχτά
 και καθοδηγούσες το βήμα μου
 σ' ένα ολόδικο σου χορό
 εκεί στη μέση της πλατείας
 εγώ κι εσύ
Σταματούσες κάθε λίγο
 και μου έδινες ένα φιλί
Μου έλεγες πάμε πάλι
 απ' την αρχή

Μ' αρέσει που ποτέ δεν κουράζεσαι
 κι ούτε σήμερα κουράστηκες
Μου έπιανες το χέρι
 και κοιτούσες τα μάτια μου
 συνέχεια
Ήξερες πως έτσι
 με ωθούσες να μη σταματήσω
 να προσπαθώ
Κι εκείνοι συνέχιζαν να μας βλέπουν
 μα εσένα δε σ' ένοιαζε
Για σένα υπήρχα μόνο εγώ
 εγώ κι εσύ
 κι ο ουρανός
 ο ουρανός μας

Ξέρω ότι δε μπορώ να σου κρυφτώ
Με κοιτάς και γνωρίζεις
 τι σκέφτομαι, τι νιώθω
Κι ύστερα χαμογελάς και λες
 εγώ κι εσύ
 εμείς...

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Τα 3Σ

Θυμάσαι εκείνη τη μέρα;
Με ρώτησες αν αυτό σημαίνει τέλος
κι ήταν η ίδια που αποφάσισα να μην ξαναγράψω.
Κατάφερα και σε ηρέμησα.
Όμως ποτέ δε σου είπα την αλήθεια..
Αυτό είναι μονάχα η αρχή.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Χι

     
                Καθόμουν και ζωγράφιζα αυτό το γαλήνιο τοπίο.
                Νόμιζα πως ήμουν μόνος στην ακτή αλλά γελάστηκα.
                Κάποια στιγμή είδα να βγαίνει μεσ' απ' τα κύματα η Οπτασία.
                Τόσο νωχελικά που έλεγες  ο χρόνος άρχισε να κυλά πιο αργά αφότου φάνηκε.
                Άξαφνα συνειδητοποίησα πως ερχόταν προς το μέρος μου.
                Μα τι να γύρευε ένα πλάσμα σαν εκείνη από ένα θνητό;
                Σάμπως υπήρχε τίποτε που μπορούσα να της προσφέρω;
                Με κοίταζε στα μάτια σαν να ήξερε,
                κι όσο πλησίαζε η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά.
                Έφτασε στο μέρος που βρισκόμουν.
                Μου έπιασε το χέρι κι αμέσως σηκώθηκα.
                 -θες από φόβο, θες από δέος-
                Συνέχιζε να με κοιτά επίμονα
                Λες και τα μάτια μου είχαν κάτι που μπορούσε να διαβάσει.
                Έβαλε και τ' άλλο της χέρι πάνω απ' τ δικό μου,
                σαν να ήθελε να σιγουρευτεί πως δε θα φύγω.
                Και τότε είδα τη λάμψη.
                Ένα κίτρινο φως βγηκ' απ' τα χέρια της και μπήκε στο δικό μου.
                Είχε ένα σχήμα, κάτι περίεργο, ένα σύμβολο μαγείας μάλλον.
                Όμως εγώ, ο μικρός, έβλεπα μονάχα ένα γράμμα.
                Μου έμοιαζε σαν ένα κίτρινο, φωτεινό, μεγαλειώδες χι.
                Με ξανακοίταξε καθώς άφηνε τα χέρια της να γλιστρήσουν μακριά απ' το δικό μου.
                Χωρίς να κινηθούν τα χείλη της, άκουσα τη φωνή της.
                Κι ένα γλυκό τραγούδι ήρθε στ' αυτιά μου που έλεγε:
                " Σε ξέρω και ξέρω.. "
                Κι ύστερα έφυγε.
                Μα εγώ είχα για πάντα το σημάδι της.
                Μα πώς με ήξερε και πώς ήξερε;
                Πως κάθε μέρα ήμουν εγώ που πήγαινα εκεί και περίμενα.
                Πως χρόνια τώρα είχα ερωτευθεί την Οπτασία.